ἐπιδερματίς

ἐπιδερματίς
peel
fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιδερματίς — ἐπιδερματίς, ἡ (Α) επιδερμίδα …   Dictionary of Greek

  • ἐπιδερματίδα — ἐπιδερματίς peel fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδερματίδες — ἐπιδερματίς peel fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδερματίδι — ἐπιδερματίς peel fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδερματίδος — ἐπιδερματίς peel fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.